Ίων Κ. Πανόπουλος & οι Μεγάλοι Παλαιοί – Δύο Κομμάτια σε Ποίηση Αντώνη Φωστιέρη
Ίων Κ. Πανόπουλος & οι Μεγάλοι Παλαιοί – Δύο Κομμάτια σε Ποίηση Αντώνη Φωστιέρη
από τη συλλογή: «Ο Διάβολος Τραγούδησε Σωστά» (1981).

download & streaming links https://orcd.co/ion_fostieris
Η μουσική κινείται σε γνώριμες φόρμες progressive/art rock: ρυθμός, μελωδία, επαναληπτικές δομές και ατμοσφαιρικός ήχος. Δεν επιχειρεί να “ερμηνεύσει” ή να δραματοποιήσει τον ποιητικό λόγο, αλλά να δημιουργήσει έναν χώρο ακρόασης μέσα στον οποίο ο λόγος ακούγεται καθαρά, σχεδόν αυτάρκης. Πρόκειται για τραγούδια που λειτουργούν ως εμπειρία ακρόασης, χωρίς αφηγηματικές οδηγίες, χωρίς συναισθηματική καθοδήγηση, με τη μουσική να υποστηρίζει μια κατάσταση συγκέντρωσης, ρυθμού και ήπιας έκστασης.
Όποιος επιθυμεί να εμβαθύνει στο αισθητικό και θεωρητικό πλαίσιο του έργου, μπορεί να διαβάσει το αναλυτικό κείμενο που ακολουθεί. μερικές σκέψεις/σημειώσεις για τη νέα παραγωγή (digital maxi single-δίπτυχο), 2025-26
1. Η ιδιαιτερότητα της σύμπραξης
Το παρόν εγχείρημα φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει τον ποιητικό λόγο, όχι ως “πρώτη ύλη για τραγούδια”, αλλά ως αυτοτελές αισθητικό σώμα: ικανό να αποκτήσει μια δεύτερη εκφορά μέσα από το μέλος, τον ρυθμό, την εναρμόνιση και τη φωνητική, όσο και εικαστική ερμηνεία. Γι’ αυτό και η διαδικασία προσπάθησε να διατηρήσει μιαν -όσο γίνεται- οργανική και ιστορική σχέση με τον στίχο, προκειμένου να αναδιατάξει τον σημερινό τρόπο πρόσληψης του. Τόσο η μουσική, όσο και το artwork διέπονται από τη
σχετική φλοϋντική-ροκ ένταση, που παραπέμπει σε εκείνη την εποχή (τέλη ‘70s-αρχές ‘80s).
2. Το λογοτεχνικό υπόβαθρο
Τα δύο ποιήματα, Εκπομπή και Η Κιβωτός Χαμόγελο, ανήκουν στη συλλογή Ο Διάβολος
Τραγούδησε Σωστά (1981). Θεωρούμε πως ο Φωστιέρης, μέλος της Γενιάς του ’70, διαφοροποιείται από
τον πολιτικό λυρισμό της εποχής και στρέφεται σε έναν λόγο υπαρξιακό και μεταγλωσσικό. Η ποίησή του
χαρακτηρίζεται από ελεγχόμενο συναισθηματισμό, λεκτική σαφήνεια και ισχυρή εσωτερική μουσικότητα. Στη
συγκεκριμένη δισκογραφική μας επιλογή δε, ευελπιστούμε πως τα δύο κομμάτια θα λειτουργήσουν ως
οντολογικές “μηχανές”:
– Η Εκπομπή ως μηχανή επικοινωνίας.
– -2
– Η Κιβωτός Χαμόγελο ως μηχανή Αποκάλυψης.
Ο συνδυασμός τους συνιστά μία διπλή, μεταφυσική όψη: το ανθρώπινο σήμα που αποστέλλεται, και η
κοσμική απάντηση που καταφθάνει σκοτεινή και αδυσώπητη.
3. Η “ιστορική”-προσωπική διάσταση της μελοποίησης
Η πρώτη συνάντηση με το έργο του Αντώνη Φωστιέρη έγινε στην εφηβεία: γύρω στα 16, έτυχε να
διαβάσω μια βιβλιοκριτική σε περιοδικό της εποχής, όπου παρετίθετο το ποίημα Εκπομπή. Όντας μαθητής
κιθάρας στο ωδείο, το μετέτρεψα, ενθουσιωδώς, σε τραγούδι· το πρώτο μου “κανονικό” τραγούδι! Και μια
από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το ποίημα “ζητά” να τραγουδηθεί πριν καν ο μαθητής ωριμάσει σε
μελοποιό. Αυτή η πρώιμη απόκριση δημιουργεί ένα μοναδικό χρονικό τόξο: το παιδί του ’81 συναντά τον
ποιητή, χωρίς ακόμη να τον έχει γνωρίσει. Το τραγούδι αποκτά έτσι χαρακτήρα αυτοπροφητείας: η εφηβική,
“ροκ” παρορμητικότητα αναμετράται με μιαν ώριμη (και μάλλον λόγια) ταυτότητα, παράγοντας κάτι που δεν
είναι επιστροφή-αναπόληση, αλλά επικύρωση μιας εσωτερικής συνέχειας. Και βέβαια, να σημειωθεί πως η
μελοποίηση ποίησης δεν ήταν (ούτε είναι) βασική συνιστώσα στη δουλειά μου· συνήθως γράφω ο ίδιος τους
στίχους των κομματιών.
4. Η μουσική ως παράλληλη ανάγνωση
Η μουσική προσέγγιση είναι εσκεμμένα γραμμική και στηριγμένη στην αρμονία, παρά στο μέλος, με
καθαρά 4μετρα. Στην μεν Εκπομπή σε ματζόρε τονικότητα και ύφος μπαλάντας 4/4, στη δε, Κιβωτό
Χαμόγελο, μινόρε, σε ρυθμό 7/8 και rhythm ’n blues 12μετρη φόρμα. Η επιλογή της “ασκητικής”
ενορχήστρωσης ελπίζω να διατηρεί τη νοηματικότητά του λόγου, ενώ η μουσική να λειτουργήσει μεν, ως
δεύτερος τρόπος ανάγνωσης του ποιήματος, όχι όμως ως υπερβολική δραματοποίηση. Παράλληλα, το
single συνομιλεί με την προσωπική μου ιστορία: η Εκπομπή ξαναδουλεμένη τέσσερις δεκαετίες μετά,
αποκτά -επιτέλους- την ηχητικότητα που φανταζόμουν ως έφηβος: μιαν ελληνόφωνη εκδοχή τής
ατμόσφαιρας που είχα τότε στο μυαλό μου από τους Pink Floyd. Η Κιβωτός Χαμόγελο, ως μουσικά
συνοδευόμενη απαγγελία, σε ρυθμό επτάσημο (μαντηλάτο), παραπέμπει, τόσο στο πέρασμά μου από τη
μελέτη της ρωμέικης παράδοσης και τις επιρροές του Σαββόπουλου, όσο και στην σημερινή σκηνοθετική-
επιτελεστική μου ενασχόληση.
5. Η εικαστική επένδυση του έργου
Το artwork που συνοδεύει το έργο λειτουργεί όχι τόσο ως εικονογράφηση, αλλά ως οπτικός κοινός
τόπος των δύο ποιημάτων. Η σκοτεινή, ιπτάμενη φιγούρα του σημαιοφόρου, μονόπτερου, γοτθικού ιππέα
πάνω από μιαν “αρχετυπική βαλκανική πόλη” συμπυκνώνει τον διπλό τόνο που διακρίνω στον Φωστιέρη:
την υπαρξιακή απειλή και τη μεταφυσική εγρήγορση. Το αστικό τοπίο, χρωματικά διαβρωμένο, δεν
παραπέμπει σε συγκεκριμένη πόλη αλλά στη συλλογική, αστική μνήμη, εκεί όπου σήμερα εγκαθίσταται η
ποίηση. Η κάθετη φωτοσκίαση εικονογραφεί τη μετάβαση από το ασαφές στο αποκαλυπτικό,
υποβάλλοντας τον “χώρο πρόσληψης” μέσα στον οποίο ο δέκτης εισέρχεται πριν ακόμη ακουστεί το
τραγούδι. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια πρώτη εικαστική συνθήκη, στην οποία ελπίζω, πως το ποιητικό και
το μουσικό υλικό, βρίσκουν την κοινή τους ατμόσφαιρα.

6. Δύο ποιήματα σε διάλογο: αισθητική και νοηματική δομή (η προσωπική ερμηνεία του συνθέτη)
6.1. Εκπομπή: Το έμμετρο κομμάτι της ποιητικής συλλογής. Καθρεφτίζει τη σχέση υποκειμένου-
κόσμου μέσα από εικόνες θορύβου, σήματος και μετάδοσης. Η μελαγχολική, αλλά αποστασιοποιημένη
μελοποίηση επιχειρεί να δώσει την αίσθηση ενός μηχανισμού που λειτουργεί ερήμην.
> Κάποια οντότητα (ο διάβολος;) ακούγεται σαν λύκος που κλαίει: η εσωτερική, ενοχλητική φωνή της
αμφιβολίας. Ο διάβολος εδώ, είναι ο μετρ της διάψευσης· η μόνη σταθερά του ανθρώπινου ψυχισμού. Ίσως
γι’ αυτό και να “τραγουδάει σωστά”.
> Η μονοτονία του χωροχρόνου (“άδειες μέρες”, “βδομάδες της σειράς”): το υπόστρωμα όπου φωλιάζει η
αμφιβολία–σκουλήκι. Η ισοπέδωση των ήχων (θόρυβοι, γέλια, κραυγές ανθρώπων και αγγέλων) δείχνει ότι
όλες οι φωνές του κόσμου είναι ένα ενιαίο noise floor.
> Η νύστα και ο φόβος (ταυτόχρονα): δύο αλληλοαναιρούμενες αισθήσεις -καθαρή Σημειολογική Αντίστιξη
(αισθητική εμμονή στη δουλειά μου). Εδώ, ο Φωστιέρης υπήρξε… ακούσιος δάσκαλος μου!
– -3
> Το τέλος: ο διάβολος ανάβει τη μηχανή· δεν είναι δαίμονας. Είναι μηχανικός/πιλότος/ηνίοχος: κρατά τα
ηνία του ταξιδιού προς το πέραν της καθημερινότητας.
6.2. Η Κιβωτός Χαμόγελο: Το “αφηγηματικό” κομμάτι της συλλογής. Εδώ κυριαρχεί μια οπτική
σχεδόν αποκαλυπτική: μια σειρά από οριακές εικόνες, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στη βία, την
Ιστορία και τις υπαρξιακές του φορτίσεις. Η παρούσα μουσική προσέγγιση τοποθετεί τον ακροατή σε έναν
χώρο μεταφυσικής υποδοχής μέσα από μιαν “αγωνιώδη” ρυθμικότητα.
> Θεωρώ πως το ποίημα δεν περιγράφει κάποιο μέλλον. Περιγράφει το παρόν ως μέλλον για να το δούμε
πιο καθαρά, μέσω του αποκαλυπτικού-προφητικού του ύφους.
> Ο κόσμος παρουσιάζεται ως μηχανή παραγωγής πόνου· όχι με σοκ, αλλά με αναισθητοποιημένη
οικειότητα.
> Ο διάβολος δεν “πλανεύει”. Μετράει. Δεν είναι ένας κακός δαίμονας, αλλά μάλλον ένας γεωμέτρης της
οδύνης (διαβήτης στο μάτι, κύκλοι-κύματα).
> Η αλυσίδα των “γιατί”: δεν αναζητά απάντηση. Αρνείται την ανάγκη απάντησης. Δε διαφαίνεται, καν, ένα
“διότι”…
> Τελικά η Κιβωτός Χαμόγελο δεν είναι σύμβολο μιας αθώας ελπίδας “για έναν καλύτερο κόσμο”. Είναι η
αυτονόητη πάλη ενάντια στην “αυτοκρατορία του μίσους”. Εδώ δεν υπάρχουν “καλοί & κακοί”· μόνο
“αγέρωχοι”,”μυστικοί” κι “ένδοξοι” υπαρξιακοί μαχητές.
7. Η τελική σημασία του εγχειρήματος
Το project μπορεί να αναγνωσθεί ως ένα μικρό, προσωπικό, ιστορικο-αισθητικό “μανιφέστο”:
– επανένωση με τον εφηβικό δημιουργό
– επανεκτίμηση του λόγου μέσα από τον ήχο
– επιστροφή στο ροκ όχι ως νοσταλγικό ιδίωμα, αλλά ως αναγνώριση της συναισθηματικής ακρίβειας που
διαθέτει το είδος.
8. Ένα τελικό συμπέρασμα
Το τρέχον ωδικό δίπτυχο (maxi single) των Μεγάλων Παλαιών φιλοδοξεί να είναι πράξη συνέχειας
μεταξύ δύο δημιουργικών ηλικιών του ίδιου καλλιτέχνη και πράξη διαλόγου, μεταξύ της (λόγιας) ποίησης και
της (λαϊκής) μουσικής ως ισοδύναμων μορφών αισθητικής διατύπωσης και ανθρώπινης έκφρασης.
Ελπίζουμε το συνολικό πόνημα να γίνει η γέφυρα που θα συνδέσει τον ιδιωτικό χρόνο του 1981 με τον
δημιουργικό χρόνο του παρόντος (2025-2026). Εκεί όπου η ποίηση δεν μελοποιείται απλώς, αλλά
επαναδιατυπώνεται.
Ι.Κ.Π. – Δεκέμβριος 2025
